βουσός

βουσός, ,
A pasture for oxen, Schwyzer 664.15 (Orchom. Arc., iv B. C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουσός — pasture for oxen masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • EBOSIA — apud Papin. Stat. l. 1. Sylv. 6. v. 15. Quod ramis pia germinat Damascus, Et quas percoquit Ebusia Caunas: ubi Ebosita legendum docet I. C. Gevart. eadem cum Ebuso, seu Ebusia, ins. est longe fertilissima, una e Pityusis Strab. e qua ficus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Βόδι ή Βους — Μικρή ακατοίκητη βραχονησίδα του Αιγαίου, κοντά στη Σέριφο. Ονομάστηκε έτσι γιατί από μακριά φαίνεται σαν να έχει σχήμα βοδιού. Έχει διάμετρο 536 μ. και μέγιστο υψόμετρο 131 μ. Στο νησί διαμένουν μόνο εποχιακά κτηνοτρόφοι και ψαράδες. Ονομάζεται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.